Η δημοκρατία θέλει αφοσίωση και όχι δημοκρατικοφανή ακτιβισμό


Σημειώνει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος
Προσοχή, προσοχή! Αυτό που πάει να δημιουργηθεί – καλλιεργείται αυτές τις μέρες στην κοινή γνώμη – στην Ελλάδα με αφορμή το «κυνήγι» της Χρυσής Αυγής είναι μια φάρσα της μαχητικής δημοκρατίας. Πρόκειται για μια φάρσα της streitbare Demokratie [ στα αγγλικά militant democracy], όπως την όρισε στα μέσα της δεκαετίας του .....
1930 ο Karl Loewenstein.
Πρόκειται για μια θετική απάντηση στο ερώτημα: μπορεί μια αστική δημοκρατία (: με την έννοια της constitutional democracy) να δρα νόμιμα με έναν όμως μάλλον αντιδημοκρατικό τρόπο για να αντιμετωπίσει τους εχθρούς που απειλούν την ύπαρξή της;
Δηλαδή, έχει δικαίωμα μια αστική δημοκρατία να χρησιμοποιεί καταχρηστικά τις εξουσίες της για αυτοάμυνα ενώπιον δυνάμεων που την απειλούν, υπονομεύοντας το κύρος και την λειτουργία της με την μορφή της φασιστικής κοσμοαντίληψης και νεοναζιστικής πρακτικής από πυρήνες οργάνων του κράτους, φορείς της κοινωνίας των πολιτών ή παρακρατικούς;
ΟΧΙ λέει το ελληνικό Σύνταγμα, σε αντίθεση με το γερμανικό του 1949, που εκπονήθηκε λαμβάνοντας υπόψιν την τραγική αποτυχία και έκπτωση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η Ελληνική Δημοκρατία έχει μία ευρεία εσωτερική έννομη τάξη που μπορεί να αντιμετωπίσει την αμφισβήτηση της νομιμότητας που αυτή ορίζει. Μάλιστα στον βαθμό που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά σύγχρονες για την Ελλάδα απειλές του αστικού φαινομένου, όπως είναι ο ακτιβιστικός ρατσισμός ή η παρότρυνση από παλαιά και νέα ΜΜΕ και κοινοβουλευτικά κόμματα για ενέργειες που προσβάλλουν τον πυρήνα των αναγνωρισμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των εύλογων, διεθνώς θεμελιωμένων ανθρωπίνων ελευθεριών, ή ακόμα την μορφή του πολιτεύματος, προβοκάροντας για την κατάλυσή του και την εγκαθίδρυση μιας μονοκομματικής ή πολυκομματικής χούντας με εγγυητή τον στρατό και πρωταγωνιστή παραστρατιωτικές οργανώσεις, υπάρχει το συνταγματικό πλαίσιο για την εποικοδομητική παρέμβαση του κοινού νομοθέτη για την αποθάρρυνση και «καταδίκη» τους.
Η Ελληνική Δημοκρατία είναι συνταγματικά επαρκώς εξοπλισμένη για να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της. Από τον μόνον που κινδυνεύει αντικειμενικά είναι ο εαυτός της, όπως έχω δείξει, φαντάζομαι σαφώς, μέχρι σήμερα! Το πρόβλημα είναι η παραβίαση του πνεύματος του συντακτικού νομοθέτη και η διαστροφή του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού από την κυβερνώσα ελίτ και γενικότερα από τα κόμματα ΝΔ και ΠΑΣΟΚ που σήμερα κυβερνούν από κοινού την χώρα. Κρίσιμο πρόβλημα που αλληλοδρά με αυτό είναι η παραβίαση της νομιμότητας στο πλαίσιο της ΕΕ, από την εγκαθίδρυση του «ατομικού μηχανισμού σωτηρίας» για την Ελλάδα και των πρακτικών εσωτερικής υποτίμησης και μεταρρύθμισης των εργασιακών σχέσεων  που συμφωνεί η ελληνική κυβέρνηση με την τρόικα. Όλα αυτά δυστυχώς υπονομεύουν σε κρίσιμο βαθμό τόσο την ουσία της Ελληνικής Δημοκρατίας για τους πολίτες της, όσο και την γενικότερη ταυτότητά της ως έκφραση του αστικού φαινομένου.
Θα ήταν, όμως, τραγωδία εθνικών διαστάσεων, αν αντί να φροντίσουμε να οδηγήσουμε την κοινωνικοοικονομική κρίση που πλήττει την χώρα σε μια πολιτική λύση που θα αποτελούσε προοδευτική εξέλιξη της αστικής μας δημοκρατίας, εισάγοντας μία σειρά αριστερές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο ενός εθνικού σχεδίου εκδημοκρατισμού και παραγωγικής ανασυγκρότησης, επιχειρήσουμε να διασκεδάσουμε το πρόβλημα με τακτικές μαχητικής δημοκρατίας (streitbare Demokratie / Militant democracy).
Τέτοιες τακτικές θα υπονόμευαν σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό την συνταγματική τάξη και το πολίτευμα της χώρας. Προσοχή, προσοχή, λοιπόν, γιατί οι μέρες που έρχονται είναι πονηρές και το πάθος σωτηρίας της ελίτ που πτώχευσε την χώρα και φτωχοποίησε την ελληνική κοινωνία είναι μάλλον άσχετο με το σημερινό πράγματι κρίσιμο δημοκρατικό διακύβευμα στην Ελλάδα, ή το οποιοδήποτε πάθος για την ανάπτυξη θεσμών ισότητας και ελευθερίας σε μια χώρα γνήσιας λαϊκής κυριαρχίας. Η δημοκρατία απαιτεί αφοσίωση και όχι δημοκρατικοφανή ακτιβισμό υπό τις σημερινές συνθήκες στην πατρίδα μας.
Σημειώση: Το παραπάνω κείμενο συντάχθηκε την Παρασκευή, δίχως να ασφαλώς να γνωρίζω την σύλληψη του γενικού γραμματέα της Χρυσής Αυγής Νίκου Μιχαλολιάκου και του βουλευτή Ηλία Κασιδιάρη, που πραγματοποιήθηκαν τα ξημερώματα του Σαββάτου, όπως και την σύλληψη και άλλων ενδεχομένως βουλευτών και μελών της ΧΑ, στο ίδιο πλαίσιο ενεργοποίησης της παραγγελίας της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.
Εάν πράγματι τεκμηριώνεται πως η Χρυσή Αυγή λειτουργεί ως «εγκληματική οργάνωση» - πράγμα που αποτελεί αίσθηση των περισσοτέρων  - οι συλλήψεις αυτές είναι νόμιμες και δεν προαπαιτείται άρση της ασυλίας του αρχηγού και βουλευτών της ΧΑ. Ασφαλώς μετά από αυτό το εξαιρετικό σε κάθε περίπτωση μέτρο στο πλαίσιο λειτουργίας της Ελληνικής Δημοκρατίας, απαιτείται ιδιαίτερη σύνεση από πολιτικής πλευράς, αλλά παράλληλα διεύρυνση της επιχείρησης κάθαρσης οργάνων του κράτους από κρυφο-ναζιστικά στοιχεία, με απόλυτο σεβασμό στα δικαιώματά τους και στις διαδικασίες που προβλέπει η εσωτερική έννομη τάξη.
Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, θα ήταν σφάλμα και τραγικά παραπλανητικό και υποκριτικό εάν ο αντιναζιστικός αγώνας στο πλαίσιο του κράτους εκλαμβανόταν ως ιδεολογική επίθεση των δημοκρατών εναντίον των φασιστών με πολιτικό αποκλεισμό των τελευταίων. Αυτό θα συνιστούσε μια φάρσα της «Militant democracy» που προανέφερα. Χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι να αποκρούσει τη νεοναζιστική πρακτική από διάφορες συμμορίες, οι οποίες τυλιγμένες με την ελληνική σημαία μαυρίζουν και βρωμίζουν το αστικοπολιτικό της και πολιτισμικό της περιεχόμενο. Υποχρέωση της πολιτείας είναι να αντιμετωπίσει τους εγκληματίες μισάνθρωπους, οραματιστές στρατιωτικών δικτατοριών και στρατοκρατικών καθεστώτων, ή μονοκομματικών ή πολυκομματικών αυταρχικών μορφωμάτων, που στη θέση της πολιτικής τοποθετούν την κάνη του όπλου ή το φονικό μαχαίρι, με περιτύλιγμα αγανακτισμένου σοβινισμού και αγανακτισμένου αντι-κοινοβουλευτισμού.
Εάν όμως η Ελληνική Δημοκρατία αντί για το «κυνήγι» της λειτουργίας και πρακτικής αυτών των συμμοριών, καταλήξει να κυνηγά τις «μάγισσες» του φασισμού, σε ένα ψευδο-ιδεολογικό πλαίσιο, δομημένο αποκλειστικά στη κοινή γνώμη και χάριν εκλογικών σκοπιμοτήτων, η ζημιά στους αστικούς θεσμούς θα είναι ανεπανόρθωτη. Θα προστεθεί στην ήδη σημαντική τους υποτίμησης και άλλη, οδηγώντας σε μια μορφής χούντας με κοινοβουλευτικό μανδύα και στο όνομα της «μαχητικής δημοκρατίας», η οποία δεν έχει βάση στη συνταγματική μας τάξη.  
Αυτό πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία και επ’ αυτού πρέπει να εστιάσει την προσοχή του το σύγχρονο αντιφασιστικό κίνημα στην χώρα. Η αστική δημοκρατία δεν είναι ιδεολογία, είναι πρακτική, είναι εμπειρία, όπως εξηγούσα σε προηγούμενο σημείωμά μου. Ο ιδεολογικός αγώνας και η ιδεολογική αντιπαράθεση γίνονται και πρέπει να γίνονται στο πλαίσιο της κοινωνίας και της πολιτικής και όχι στο διοικητικό ή δικαστικό πλαίσιο της κρατικής μηχανής. Ο φασισμός αντιμετωπίζεται, λοιπόν, στο επίπεδο της κοινωνίας και της πολιτικής, ενώ ο παρτιζάνικος νεοναζισμός μέσω της διοίκησης και της δικαιοσύνης.