«Καλησπέρα και καλή βραδιά»...

0

 
Από τις φτωχογειτονιές της Καβάλας, «βασιλιάς» στις αθηναϊκές πίστες...


Ο Βασίλης Καρράς υπήρξε επί δεκαετίες ένας από τους δημοφιλέστερους λαϊκούς τραγουδιστές με τους χιλιάδες θαυμαστές του να γεμίζουν κάθε χώρο όπου εμφανιζόταν.

Ο τραγουδιστής είχε καταφέρει κάτι μοναδικό εκτός από το να γεμίζει νυχτερινά κέντρα. Είχε πετύχει να μπει στο βιβλίο Γκίνες όταν μάζεψε 17 χιλιάδες κόσμο στο στάδιο Arena στη Σόφια της Βουλγαρίας, ενώ ακόμα 5.000 θεατές, έμειναν απέξω καθώς δεν κατάφεραν να βρουν εισιτήριο. Ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος καλλιτέχνης που κατάφερε να γεμίσει το συγκεκριμένο στάδιο.

Ο Βασίλης Καρράς, κατά κόσμον Βασίλης Κεσογλίδης γεννήθηκε στην Καβάλα στις 12 Νοεμβρίου 1953. Μεγαλώνει μαζί με τα αδέλφια του, τον Δαμιανό και την Αναστασία, στο Κοκκινοχώρι. Οι παππούδες και οι γονείς του, πρόσφυγες από τον Πόντο, είναι αγρότες στις καπνοκαλλιέργειες της περιοχής. Δύσκολες εποχές, οικονομικά στενάχωρες. Στα 10 του χρόνια η οικογένειά του μετακομίζει, στην πραγματικότητα μεταναστεύει στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης.

Στριμώχνεται σε ένα σπιτάκι στη Σταυρούπολη που κάθε τόσο πλημμυρίζει με τα νερά που ξεχειλίζουν ορμητικά από τον Δενδροπόταμο. Ο πατέρας του Λάζαρος είναι οικοδόμος, η μητέρα του Αννα καθαρίστρια. Ο μικρός Βασίλης έχει μεράκι με το τραγούδι. Ακούει Καζαντζίδη, Γαβαλά, Καίτη Γκρέυ, Μαρινέλλα, γοητεύεται από τις λαϊκές φωνές τους και θέλει με την παιδική του αθωότητα να τους μοιάσει. Στα 16 του κάνει την πρώτη του μουσική εμφάνιση στο νυχτερινό κέντρο «Πρόσφυγας» στη γειτονική συνοικία του Ευόσμου.

Ολη η γειτονιά του σπεύδει να τον ακούσει. Τραγουδάει Ποντιακά, αλλά ξεχωρίζει με το χάρισμά του στις λαϊκές ερμηνείες. Εναν χρόνο αργότερα ο πατέρας του πεθαίνει και ο ίδιος αντί για το πάλκο βγαίνει στη βιοπάλη. Παιδί για όλες τις δουλειές στον φούρνο της γειτονιάς, πλανόδιος κουλουρτζής, λαχειοπώλης και αμέτρητες άλλες εργασίες του ποδαριού.

Στενοχωριέται που η μάνα του γδέρνει τα γόνατά της στα ξενοσφουγγαρίσματα. Ακάματο παλικάρι, βοηθάει να συμμαζευτούν οι οικονομικές ανάγκες της οικογένειας.


Η δουλειά δεν τον τρομάζει, δεν μεμψιμοιρεί, ούτε βαρυγκομά. Παράλληλα, αεικίνητος, τελειώνει το Γυμνάσιο, γράφεται στην τεχνική σχολή «Δημόκριτος», αποφοιτά και από τη δραματική σχολή στην οποία έπαιξε τον Ιππόλυτο από τη τραγωδία του Ευριπίδη για να εισαχθεί.

Ψάχνεται επαγγελματικά, σκέφτεται να μπαρκάρει στα καράβια, βγάζει ναυτικό φυλλάδιο, αλλά δεν ανοίγεται στις θάλασσες. Τον συγκρατεί στη στεριά ο εφηβικός έρωτας. Αρραβωνιασμένος στα 18 του με τη Χριστίνα, παντρεύονται στα 20, και με τη σύζυγό του είναι πάντα μαζί έως σήμερα. «Γεννήθηκα παντρεμένος», λέει. Αλλά είναι γεννημένος και τραγουδιστής.

Πηγαίνοντας μαζί με την παρέα του ένα βράδυ σε ένα ταβερνάκι με υποτυπώδη ερασιτεχνική ορχήστρα, αρχίζει να τραγουδάει στο τραπέζι. Τον ακούει ένας μουσικός, τον πλησιάζει και τον προσκαλεί να πηγαίνει τα Σάββατα να λέει εκεί κάνα τραγουδάκι.

Ντρέπεται, αλλά τολμάει να δοκιμαστεί. Είναι-δεν είναι 20 χρόνων, λεπτός, κομψός, μελαχρινός, με μπόλικο ίσιο μαύρο μαλλί και χωρίστρα στη μέση. Στην πρεμιέρα του χαλάει ο κόσμος, αδιαχώρητο, το μαγαζί φισκάρει, μένουν πελάτες στον δρόμο για να τον ακούσουν έξω από την είσοδο.

Ούτε ο ίδιος περιμένει τέτοια ανταπόκριση. Καταλαβαίνει ότι η φωνή του κάνει γκελ, τα Ποντιακά και τα λαϊκά που ερμηνεύει έχουν απήχηση στο κοινό, αλλά δεν την ψωνίζει. Συνεχίζει να δουλεύει ως μηχανικός αυτοκινήτων. Μουντζούρα, κατσαβίδια, γερμανοπολύγωνα κλειδιά στο συνεργείο, πιάνει δουλειά και στο μηχανοστάσιο του ΟΣΕ. Πρώτα το σταθερό μεροκάματο για βιοπορισμό, μετά η τέχνη για ψυχική αγαλλίαση. Οχι για φιγούρα.

Το «μπαμ» με τη «Νύχτα ξελογιάστρα»

Σιγά-σιγά γίνεται γνωστότερος ως τραγουδιστής. Το αξίζει. Τραγουδάει σε πανηγύρια στα χωριά, σε ταβέρνες στον Λαγκαδά, τα Γιαννιτσά, τη Βέροια, παντού όπου τον καλούν. Εχει ζήτηση. Διαθέτει στιβαρή, αντρίκια λαϊκή φωνή, σεμνή εμφάνιση, την άνετη και φυσική, χωρίς ακκισμούς και τσαλίμια, σκηνική παρουσία.

Υπάρχουν Σαββατοκύριακα που κάνει ταυτόχρονα τέσσερις εμφανίσεις τη βραδιά, αλλάζει ρούχα στο αυτοκίνητο για να ανέβει από το ένα πάλκο στο άλλο. Βαθμιαία βγαίνει και στις πίστες των μπουζουξίδικων της Θεσσαλονίκης. Μπαίνει στη δισκογραφία και χρηματοδοτεί από την τσέπη του τις πρώτες του ηχογραφήσεις.

Για τους πρώτους δέκα δίσκους του σε μια δεκαετία συνεργάζεται με την εταιρεία Vasipap του επίσης Πόντιου Βασίλη Παπαδόπουλου από τη Γουμένισσα Κιλκίς που έχει δημιουργήσει μικρή «αυτοκρατορία» στον χώρο της ποντιακής μουσικής. Το πρώτο του 45άρι single κυκλοφορεί με το τίτλο «Παράγκες και Παλάτια».

Στην πίσω πλευρά ερμηνεύει το τραγούδι «Βάζεις στον πόνο μου φωτιά» που είχε τραγουδήσει αρχικά η Μαριώ το 1976. Και περιμένει το σουξέ. Αργεί, αλλά έρχεται. Το «μεγάλο μπαμ» γίνεται το 1989 με το άλμπουμ «Αυτή τη νύχτα». Το 4ο τραγούδι του δίσκου με τίτλο «Νύχτα ξελογιάστρα» τον συστήνει στο πανελλήνιο ακροατήριο.

Εγκαταλείπει πια τις άλλες δύο δουλειές του και τραγουδάει αφοσιωμένος μέχρι το ξημέρωμα στη θρυλική «Καλύβα» πίσω από το Αγνό στη Σταυρούπολη, στα «Δειλινά» της Νεάπολης, στο «Ρομέο» της Ανω Ηλιούπολης. Είναι μια τοπική φίρμα της βορειοελλαδίτικης νύχτας. Ανιχνεύει, όμως, το έδαφος για να ανοιχτεί στα μαγαζιά της Αθήνας.

Εχει «φάει πακέτο» το 1978 όταν τον κατεβάζει από τη Θεσσαλονίκη σε αθηναϊκή δισκογραφική ο Μίμης Πλέσσας ο οποίος εμπιστεύεται τη φωνή του και θέλει να του γράψει τραγούδια. Από την εταιρεία ακούει ότι μόλις έχουν κλείσει λαϊκό τραγουδιστή, τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο. Αρα περισσεύει ένας ακόμη.

Επιστρέφει πικραμένος πίσω στην πόλη του και περιμένει να χτυπήσει ξανά η πόρτα του. Δεν απογοητεύεται που ο χτύπος καθυστερεί. Πεισματάρης, όπως είναι, αποφασίζει να τη χτυπήσει αυτός. Εχει τη σιγουριά του γνήσιου ταλέντου και την εμπειρία που αντλεί από τη διαδρομή του στο κουρμπέτι της νυχτερινής διασκέδασης. Κατεβαίνει πάλι στην Αθήνα για ολιγοήμερες εμφανίσεις στο «Μύλος» στο τέρμα Πατησίων. Χαμός.

Είναι πιο γνωστός στον Νότο απ’ όσο νομίζει. Ωστόσο, «τρώει» πόλεμο. Τον αντέχει. Διαθέτει το τσαγανό του ανθρώπου που έχει κινδυνέψει η ζωή του. Τον έχουν απαγάγει δύο φορές, κι ας μην έχει πειράξει στη ζωή του κανέναν. Κι ας έχει μάθει, από το παραδοσιακό ήθος της οικογένειάς του να παραδέχεται τα όποια λάθη του και να ζητάει ειλικρινά συγγνώμη γι’ αυτά.

Τον έχουν τσουβαλιάσει σε τσιμεντοσακιά, τον έχουν απειλήσει με περίστροφα, τον έχουν ληστέψει και ξεπαραδιάσει. Σιγά, λοιπόν, ο άνθρωπος που είδε τον θάνατο να τον ακουμπά, μην κωλώσει στη σύρραξη με τα αντίπαλα εμπορικά συμφέροντα. «Δεν πάω πουθενά», εδώ θα μείνω. Η επιτυχία που παραμονεύει να τον επισκεφθεί, καταφθάνει ρωμαλέα.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Συνεργασίες με τους κορυφαίους συνθέτες και με τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής σκηνής σε αναρίθμητες μεγάλες πίστες, που τις πλημμυρίζουν χιλιάδες προσωπικοί θαυμαστές του. Και ακόμη, χρυσοί και πλατινένιοι δίσκοι, εκατοντάδες συναυλίες σε όλη την Ελλάδα, την Ευρώπη, την Αμερική, την Αυστραλία.

Εντέλει όλη η Ελλάδα έχει σιγοψιθυρίσει μαζί του τα «Λέγε ό,τι θες», «Μ’ έχεις κάνει αλήτη», «Αλλοθι, δεν έχεις άλλοθι», «Τηλεφώνησέ μου» και πληθώρα άλλων ασμάτων του. Το σημαντικότερο ήταν η προσωπική του στάση. Παρά τη θεαματική του απογείωση, τα μυαλά του δεν πήραν ποτέ αέρα. Ήταν ο αμετάλλακτος εαυτός του. Αυτός που ανέκαθεν ήταν. Αυθεντικός. Στον πόνο, στις δυσκολίες, στις μεγάλες χαρές. Γι’ αυτό και ο κόσμος έχει βάλει τη φωνή του στην καρδιά και στο σπίτι του.

Ήταν ένας προσγειωμένος, κατασταλαγμένος, ανοιχτόκαρδος και προκομμένος άνθρωπος ο Βασίλης Καρράς, τονίζουν όσοι τον έχουν συναναστραφεί εκ του σύνεγγυς. Την ποιότητα της ευαισθησίας του την έχει αποδείξει πασχίζοντας να υλοποιήσει ένα όνειρό του πριν ολοκληρώσει την καριέρα του. Να φτιάξει το «Σπίτι του Τραγουδιστή», που θα φιλοξενεί τραγουδιστές και μουσικούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Ενα εκατ. δραχμές στα παιδιά

Λίγοι ακόμη γνωρίζουν τις αθόρυβες αγαθοεργίες του. Αρκεί μόνο ένα περιστατικό που έχει διηγηθεί ως αυτόπτης μάρτυρας ο μακαρίτης Μάνος Ξυδούς των Πυξ Λαξ. Οταν το γκρουπ του προόριζε τον Καρρά για ερμηνευτή του τραγουδιού του «Ασ’ την να λέει», ο Ξυδούς με τη μεσολάβηση του μουσικού παραγωγού Αχιλλέα Θεοφίλου, ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη για να διαπραγματευτεί μαζί του.

Τον βρήκε στα καμαρίνια μεγάλης θεσσαλονικιώτικης πίστας. Εκείνο το βράδυ επισκέφθηκε τον Καρρά μια ολιγομελής ομάδα παιδιών από τη Βέροια που θα διοργάνωνε συναυλία υπέρ του συλλόγου τους για παιδιά με εδικές ανάγκες. Μια γνώμη, μια συμβουλή ζητούσαν από τον καλλιτέχνη, όχι τη συμμετοχή του στην εκδήλωση, ούτε χρήματα.

Ο Καρράς, αφού άκουσε, τα ρώτησε με πόσα λεφτά θα ήταν ευχαριστημένοι από τα έσοδα της συναυλίας. Του απάντησαν ότι θα ήταν ικανοποιημένα με 300.000 δραχμές.


Ευθύς ο δημοφιλής τραγουδιστής φώναξε τον συνεργάτη του, τον Λέλεκα, και του είπε «κόψε ένα χαρτί», μεθερμηνευόμενο σε 1 εκατομμύριο δραχμές.

Παρέδωσε την επιταγή και, κλείνοντας χαμογελαστός το μάτι στους παρευρισκόμενους συνεργάτες του, είπε δήθεν αυστηρά στο παιδί που την παρέλαβε «αν μάθει κανείς τίποτα, θα σου κόψω το λαρύγγι».

Οσο για το τραγούδι με το συγκρότημα των Πυξ Λαξ, έβαλε ως όρο να γίνει η ηχογράφηση στο στούντιο μεσημέρι και να υπάρχει εκεί ένα μπουκάλι ουίσκι, εξαιτίας της αδυναμίας του στο σκωτσέζικο αυτό απόσταγμα σιτηρών. Εφτασε στην Αθήνα ξενυχτισμένος, έγραψε το τραγούδι πρίμα βίστα σε έξι λεπτά, ήπιε το μισό μπουκάλι, γύρισε στη Θεσσαλονίκη, ζώστηκε το ζεμπίλι για να βοηθήσει στην οικοδόμηση της ιδιόκτητης μονάδας φιλοξενίας, ψυχαγωγίας και διασκέδασης που κατασκεύαζε στον λόφο της Καρδίας.

Την είχε βαφτίσει «Χωριό της Ειρήνης», από το όνομα της μοναχοκόρης του Χρυσοβαλάντως-Ειρήνης. Στις 2 μετά τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας, βγήκε γεμάτος ενέργεια να τραγουδήσει για το κοινό του στο κέντρο «Απόλλων», στη Θέρμη. Ακαταπόνητος.

Ο Καρράς, τέλος, είχε καταφέρει κάτι μοναδικό εκτός από το να γεμίζει νυχτερινά κέντρα. Είχε πετύχει να μπει στο βιβλίο Γκίνες όταν μάζεψε 17 χιλιάδες κόσμο στο στάδιο Arena στη Σόφια της Βουλγαρίας, ενώ ακόμα 5.000 θεατές, έμειναν απέξω καθώς δεν κατάφεραν να βρουν εισιτήριο. Ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος καλλιτέχνης που κατάφερε να γεμίσει το συγκεκριμένο στάδιο...

protothema.gr

Δημοσίευση σχολίου

0Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου (0)