Η μνημονιακή διαπαιδαγώγηση απέτυχε. Καιρός για νέο εγχειρίδιο

Γράφει o Θανάσης Γκότοβος
 


Μέχρι τώρα η συζήτηση στη δημόσια σφαίρα – και λιγότερο στην academia  – περιστρεφόταν γύρω από τα αίτια της κρίσης χρέους στην αρχή, και της ευρύτερης κρίσης στην Ελλάδα, αργότερα. Οι «θεωρίες» που κυκλοφορούν είναι σε γενικές γραμμές τρεις: η πρώτη βλέπει τους παράγοντες της κρίσης εκτός των ελληνικών συνόρων (το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα και οι.......
ζηλωτές του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη), η δεύτερη τους εντοπίζει στο εσωτερικό (σπατάλη, λαϊκισμός, διαφθορά, υπερκατανάλωση), και η τρίτη θεωρεί ότι η κρίση είναι το προϊόν μιας αλληλεπίδρασης εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων. Πιο ρεαλιστική φαίνεται η τρίτη.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται οικονομικά η Ελλάδα δεν είναι προϊόν των Ελλήνων. Είναι προϊόν της σύγχρονης Ιστορίας στην οποία, όσο εθνοκεντρικός και και θέλει να είναι κανείς, δεν μπορεί να μην παραδεχθεί ότι άλλοι ήταν και είναι οι πρωταγωνιστές στη διαμόρφωσή του. Από την άλλη μεριά, τα περιθώρια να κινηθεί μια χώρα όπως η Ελλάδα, και όλες οι όμοιές της, μέσα στο κάθε φορά διαμορφούμενο – από τρίτους- παγκόσμιο πλαίσιο περιορίζονται και από τις συμπεριφορές στην εσωτερική σκηνή: τις εγχώριες πολιτικές ελίτ, αλλά και τις εγχώριες δυνάμεις και συλλογικά υποκείμενα που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση με αυτές και συνδιαμορφώνουν το εσωτερικό τοπίο.
Η Ευρώπη ως όραμα πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής ένωσης κρατών που στο πρόσφατο παρελθόν οι λαοί τους έζησαν φρικτές εμπειρίες, ως χώρος σύγκλισης θεσμών αλλά και επιπέδου ζωής, αμφισβητείται πλέον ανοιχτά. Όχι τόσο από τους ευρωπαίους πολίτες, αλλά από τις ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικο-οικονομικές ελίτ μέσα στην ίδια της Ευρώπη. Αυτή η αμφισβήτηση φάνηκε καθαρά με τους χειρισμούς των παραπάνω ελίτ στην κρίση χρέους της Ελλάδας, η οποία ήταν πολύ διαφορετική σε σύγκριση με εκείνους για την Ιρλανδία και την Πορτογαλία. Οι πολιτικές λιτότητας που επέβαλαν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες συνδυάστηκε με μια πρωτοφανή σε ύφος και σε ένταση επίθεση εναντίον ενός ολόκληρου έθνους: των Ελλήνων στο σύνολό τους.                                                                                                                  
Οι κοινοί θνητοί γνωρίζουμε αυτή την επίθεση από τα πολύ εύγλωττα κείμενα και τις δηλώσεις πολιτικών, οικονομολόγων και δημοσιογράφων στα μέσα επικοινωνίας. Οι ηγέτες μας πρέπει να τη γνωρίζουν από πρώτο χέρι, ως «διαπραγματευτές» με εκπροσώπους αυτών των ελίτ. Είναι βέβαιο ότι έχουν αρκετό υλικό για τις αυτοβιογραφίες τους. Προς το παρόν μάλλον κρίνουν ότι πρέπει να σιωπήσουν, για ευνόητους λόγους.
Μετά τις εκλογές της 6ης Μαϊου το ερώτημα στη δημόσια σφαίρα δεν είναι, πλέον, τι προκάλεσε την κρίση, αλλά τι προκάλεσε την καθίζηση του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Είναι νωρίς ακόμη για μια καλή απάντηση στο ερώτημα αυτό. Ωστόσο, εντύπωση κάνει το ξάφνιασμα των «ταλιμπάν» του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού για την «παράλογη», όπως την παρουσιάζουν, απόφαση των Ελλήνων ψηφοφόρων. Μια απόφαση που, πράγματι, περιπλέκει τα πράγματα. Δύο είναι τα «αστεία» εδώ.
Το πρώτο αφορά τις λύσεις που βλέπουν για τη χώρα όσοι στην Ευρώπη, και ειδικά στη Γερμανία, δηλώνουν ότι ξαφνιάστηκαν από το αποτέλεσμα. Λύσεις που εν πολλοίς συμπίπτουν με εκείνες όσων βγήκαν κερδισμένοι από τις πρόσφατες εκλογές, δηλαδή την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την επιστροφή στη δραχμή. Αν οι λύσεις των μεν συμπίπτουν με εκείνες των «παράλογων» Ελλήνων ψηφοφόρων, γιατί οι επιλογές των δεύτερων θεωρούνται «παράλογες» από τους πρώτους; Το μήνυμα για τον αναγνώστη είναι σαφές: η υποκρισία της νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής ελίτ έχει ξεπεράσει τα συνηθισμένα όρια.
Το δεύτερο σχετίζεται με τις «προσδοκίες» των πολιτικών που επέβαλαν στους Έλληνες τη θεραπεία των Μνημονίων για την έξοδο από την κρίση. Όσοι ξαφνιάστηκαν από την αντίδραση της κοινωνίας στα εφιαλτικά και εκβιαστικά αυτά μέτρα που αποδόμησαν τον κοινωνικό ιστό στη χώρα μας, ενώ τα θετικά τους μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, θυμίζουν τους αξιωματικούς της Βέρμαχτ που στις αναφορές προς τους ανωτέρους τους διαμαρτύρονταν γιατί οι Τσιγγάνοι στη Γουγκοσλαβία, όταν οδηγούνται στο εκτελεστικό απόσπασμα φωνάζουν, χειρονομούν και κινούνται, αντί να κάθονται με πειθαρχία να εκτελούνται, όπως κάνουν άλλες ομάδες κρατουμένων και όπως περίμεναν και από αυτούς οι εκτελεστές.
Με άλλα λόγια, οι ελίτ αυτές τα  θέλουν όλα δικά τους. Και η Ελλάδα να σαρώνεται κοινωνικά, και οι Έλληνες να ψηφίζουν υπέρ των Μνημονίων που σαρώνουν. Όπως άλλες ελίτ σε παλιότερες εποχές: σφάξε με αγά μου ν’ αγιάσω. Αυτή είναι σήμερα η ευρωπαϊκή νόρμα για τους όρους δανεισμού.
Αυτό που θα έπρεπε να ξαφνιάζει τη νεοφιλελεύθερη πολιτικο-οικονομική τάξη στην Ευρώπη δεν είναι το ποσοστό της αντιμνημονιακής ψήφου, αλλά το αντίθετο: ότι παρόλα αυτά βρέθηκαν αρκετοί Έλληνες μέσα σε αυτόν τον οικονομικό και πολιτισμικό πόλεμο εναντίον της χώρας τους να ψηφίσουν με ψυχραιμία την παραμονή στην Ευρωζώνη και τη συνέχιση του αγώνα, ελπίζοντας σε μια αλλαγή των όρων δανεισμού με την Ελλάδα ως μέλος της Ευρωζώνης.
Το πρόβλημα είναι ότι όχι μόνον οι ευρωπαϊκές ελίτ θεώρησαν εσφαλμένα ότι θα βρεθούν πάρα πολλοί ψύχραιμοι Έλληνες να δεχθούν τους νέους όρους δανεισμού της χώρας τους, έστω και με σφιγμένα τα δόντια. Το ίδιο έκαναν και αρκετοί συμπατριώτες μας, οι οποίοι είχαν για σίγουρη τη δημιουργία κυβέρνησης που θα εγγυάται την αναγκαία σταθερότητα για τη δική τους διαμαρτυρία. Εδώ όντως υπάρχει ένα πρόβλημα, γιατί και οι δύο πλευρές έπεσαν έξω. Γι αυτό και οι δύο πρέπει να το ξανασκεφτούν πολύ σοβαρά, η κάθε μια από τη δική της πλευρά.
Για τη γερμανική ελίτ, αμφιβάλλω πολύ αν θα το κάνει, παρά την αλλαγή σκηνικού στη Γαλλία. Ίσως το «ελληνικό χάος» που καταγγέλλουν να είναι χρήσιμο για ορισμένους. Ελπίζω περισσότερο στους συμπατριώτες μας, που κατάλαβαν πια ότι δεν είναι και τόσο εύκολη στην πράξη μια αντιμνημονιακή πολιτική με την Ελλάδα μέλος της Ευρωζώνης και ότι η ασυμμετρία ισχύος δεν ανατρέπεται με δηλώσεις. Αρκεί ό,τι απέμεινε από το εγχώριο πολιτικό σύστημα να μιλήσει επί τέλους με ειλικρίνεια στους Έλληνες: να τολμήσει να πει την αλήθεια για τις δυνατότητές μας, τις επιλογές μας και τις συνέπειές τους. Αν είναι να επιλέξουμε τώρα τη δραχμή, πρέπει να το κάνουμε συνειδητά και όχι ως αποτέλεσμα οργής από τους εκβιασμούς των μνημονίων.