Εβρασα και βρόμισα...


Παίρνεις 1,5 κιλό γίδα. Προσοχή: με το κόκαλο! Η λεπτομέρεια αυτή θεωρείται σημαντικότατη... για έναν λόγο για τον οποίο δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Βέβαια, δεν έχω την παραμικρή ιδέα ούτε από μαγειρική, ούτε από κρεατικά - χορτοφάγος αφού. Πάντως το κόκαλο είναι απαιτούμενο στη γίδα τη βραστή. Ε, μετά παίρνεις... κάτι φύλλα δάφνης που είτε τα μασάς και βλέπεις το μέλλον του γείτονα, του οποίου μόλις έχεις σκοτώσει την κατσίκα, είτε τα ρίχνεις στο τσουκάλι για μία εσάνς αρχαιοελληνικής βιντατζιάς. Παίρνεις και 3-4 πατάτες (καθαρισμένες), άλλα τόσα καρότα (ολόκληρα), άλλα από τόσα κλωνάρια σέλινο (με μίσχους και φύλλα), αλάτι και πιπέρι. Αυτά λέει η συνταγή. Ωστόσο ο λαϊκός γαστρονόμος έχει ξεχάσει να βάλει και μία αντιασφυξιογόνα μάσκα, διότι πλένε βάλε-βγάλε στην κατσαρόλα η γίδα (με το κόκαλο!), βράσε ξέβρασε, έχει έρθει κι έχει βρομίσει ώς την απάνω γειτονίτσα και ο γείτονας κλαίει για την κατσίκα του, ενώ ταυτόχρονα αδυνατεί να αναπνεύσει. Ε, αφού κάψεις ρεύμα μισού εξαμήνου (καθώς η γίδα θέλει τον χρόνο της για να 'ρθει να ξεσφίξει) και αφού έχεις επιζήσει των τοξικών αναθυμιάσεων, κάθεσαι να χαραμοφάς, σιχτιρίζοντας τον χρόνο που έχασες, τα λεφτά που πλήρωσες και το ρεύμα μισού εξαμήνου που έκαψες.



Η άνωθεν παράγραφος δεν περιγράφει το πώς μαγειρεύεις τη γίδα τη βραστή. Η άνωθεν παράγραφος περιγράφει την πολιτική κατάσταση της χώρας. Μας. Αυτής. Της απολύτου δικιάς μας. Με τα άσπαρτα, ψηλά βουνά και τους κάμπους, με τον ήλιο της που χρυσολάμπει (μπορεί και να με στείλει αδιάβαστη αυτό το «χρυσολάμπει»!), με τ' άστρα της τα φωτεινά, με την αρχαία δόξα την αθάνατη που αντιλαλεί. Αυτής με τους χιλιάδες τους νεκρούς ναυαγισμένους στα πελάγη της, τους εκατοντάδες τους θνητούς απεγνωσμένους στα εδάφη της και κάτι δεκάδες δολοφονημένους σε κάτι ράγες πάνω.

Βδέλλα: είδος υδρόβιου σκουληκιού, το γνωστότερον χρησιμοποιούμενο παλαιότερα για αφαιμάξεις και όχι τόσο παλαιότερα ως προσιτή εναλλακτική λύση για αντιπηκτικές αγωγές. Μόνο στη Ρωσία συνταγογραφούνται περισσότερες από δέκα εκατομμύρια βδέλλες τον χρόνο. Οσο μια Ελλάδα δηλαδή. Ωστόσο, η λέξη χρησιμοποιείται και ως χαρακτηρισμός/μεταφορικός προσδιορισμός: «βδέλλα» αποκαλούμε έναν άνθρωπο φορτικό, παρασιτικό, εκμεταλλευτή. Κοινώς, αυτόν που σου ρουφάει το αίμα με το μπουρί της σόμπας, που λέει και ο φίλος μου ο Θεόφιλος.


Η άνωθεν παράγραφος δεν νοηματοδοτείται από μία προσπάθεια προσέγγισης του φυσικού περιβάλλοντος, μέσω της ετυμολογικής αναλύσεως της λέξεως «βδέλλα». Η άνωθεν παράγραφος περιγράφει την εικόνα αυτής της κυβέρνησης, αυτής της χώρας, αυτής της Νεοδημοκρατικής παράνοιας, για τους πολίτες-ψηφοφόρους της. Δεν το λέω εγώ - ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης το είπε, σιγοτραγουδώντας: «Σαν βδέλλες πάνω μου τα ξωτικά κολλάνε / καθώς τα δόντια μου αρχίζουν το χορό / Σε αίματος χαλιά τα πόδια μου πατάνε / και να μετρήσω δεν προφταίνω το σφυγμό».

«Ξωτικά» για τον Π. Μαρινάκη είναι όσοι στέκονται στο πλευρό των συγγενών των δολοφονημένων στα Τέμπη. Αρα, τους εκατοντάδες χιλιάδων κόσμου που κατεβαίνουν στους δρόμους, διαδηλώνοντας, τους χιλιάδες χιλιάδων που υπέγραψαν το ψήφισμα-πρωτοβουλίας της Μαρίας Καρυστιανού, μητέρας της Μάρθης που πέθανε στα Τέμπη, ως μια νομοθετική πρωτοβουλία για την ενεργοποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών και την κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας. Οσο για τα «δόντια που αρχίζουν το χορό», τα σχόλια είναι περιττά: όχι χορό έχουν αρχίσει, καρσιλαμά χορεύουν και δεν χορταίνουν!

Βέβαια, για να είμαστε και δημοσιογραφικά σωστοί, θα πρέπει να σεβαστούμε το «πόρισμα Πορτοσάλτε» (πρωτοπόρος της ορθής δημοσιογραφίας - αυτής που στέκεται όρθια μπροστά στην κυβέρνηση και μάλιστα στο ένα πόδι), σύμφωνα με το οποίο «αυτό που μαζεύουν υπογραφές είναι μια γελοιότητα», «αυτοί που το κάνουν θέλουν να κάνουν τη δημοκρατία μας μπανανία» και πως είμαστε ψυχωτικοί όσοι θέλουμε να δικαστούν οι υπεύθυνοι, όπως ο Κ. Αχ. Καραμανλής.

Στέκομαι κι εγώ όρθια, το λοιπόν, ξεκάθαρα ως βδέλλα, και το δηλώνω: Εχω ψύχωση. Θέλω δικαιοσύνη. Ζω στην μπανανία σας. Κοινώς, έβρασα και βρόμισα, σαν γίδα στο τσουκάλι (σας).

Προσοχή όμως: τρώγομαι, αλλά δεν καταπίνομαι. Στον λαιμό θα σας κάτσουμε - σαν το κόκαλο της γίδας.

Νόρα Ράλλη

efsyn.gr