Κοινοτικό Σκάνδαλο: Έστειλαν 40-45 δισ. € των κρατών μελών στην Ουκρανία!


 Στις επερχόμενες ευρωπαϊκές εκλογές διακυβεύονται πολλά και σοβαρά εσωτερικά θέματα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που θα κρίνουν το ίδιο το μέλλον της, τους τρόπους και τα ποσά της χρηματοδότησης των κοινοτικών Ταμείων, από τα οποία εξαρτώνται εν πολλοίς η ανάπτυξη και η σύγκλιση των πλέον αδύναμων οικονομικά κρατών-μελών προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

  • Από την Κύρα Αδάμ

Οι ευρωεκλογές στην Ελλάδα τείνουν να μεταβληθούν σε κομματική αρένα μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, αντιμετωπίζοντας με αδιαφορία τα σοβαρά ευρωπαϊκά θέματα, που κρίνουν το μέλλον και των Ελλήνων πολιτών, σ’ ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο που στενεύει επικίνδυνα, με ασαφείς για την ώρα πολιτικές αποφάσεις, ερήμην των πολιτών, που θα επιβαρύνουν και το έργο των εθνικών κυβερνήσεων.

Τα τελευταία τρία χρόνια οι ετήσιοι προϋπολογισμοί της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν υποστεί στρεβλώσεις και σοβαρές μειώσεις πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ που δεν προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί Κανονισμοί και οι Συνθήκες σε καιρό ειρήνης.

Αυτά τα ποσά μόνον για τον προϋπολογισμό του 2024 υπολογίζονται σε 40-45 δισ. ευρώ και η παρακράτησή τους δεν οφείλεται σε εκφρασμένη ευρωπαϊκή βούληση, αλλά στις αποφάσεις των μεγάλων κρατών της Ε.Ε., που αποτελούν και τους μεγάλους τροφοδότες του κοινοτικού προϋπολογισμού.

Αυτά τα δισεκατομμύρια που παρακρατούνται με το «έτσι θέλω» από τούς κοινοτικούς προϋπολογισμούς κατευθύνονται κυρίως προς την Ουκρανία, με νομική βάση τις αποφάσεις των πρόσφατων Συμβουλίων Κορυφής, δηλαδή των Ευρωπαίων ηγετών, ακόμα και των ασθενέστερων κρατών-μελών, που δέχονται αδιαμαρτύρητα την επιδείνωση του κοινοτικού οικονομικού περιβάλλοντός των πολιτών τους, χωρίς να τους ενημερώνουν καν για τις μεταβολές στα κοινοτικά κονδύλια που θα βρουν μπροστά τους.

Ο τρόπος με τον οποίο η γραφειοκρατική ελίτ των Βρυξελλών προχωρά στην αφαίμαξη των ποσών από τα κοινοτικά κονδύλια περιγράφεται ως εξής. Οι Κανονισμοί και οι Συνθήκες προβλέπουν ετησίως συγκεκριμένες δεσμεύσεις κονδυλίων με βάση τις υπολογισμένες χρηματοδοτικές ανάγκες ανά τομέα. Αυτές οι δεσμεύσεις -ανάληψη υποχρεώσεων- παραμένουν σταθερές με συμφωνία της γραφειοκρατικής ελίτ των Βρυξελλών και των συννομοθετών, που είναι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ωστόσο, τα ποσά που προβλέπονται και έχουν εγκριθεί για την ετήσια ανάληψη υποχρεώσεων δεν αντικατοπτρίζονται στις πληρωμές ανά Ταμείο, που είναι υποδεέστερες των αναλήψεων υποχρεώσεων. Με άλλα λόγια, τα ποσά που επισήμως δεσμεύονται προκειμένου να διοχετευθούν σε πληρωμές μειώνονται δραματικά, όταν έρχεται η στιγμή της πληρωμής, με αποτέλεσμα ποσά πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ να παραμένουν αδιάθετα σ’ έναν… ανοιχτό κουμπαρά, από τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντλούν τα ποσά που κατευθύνονται στη αμυντική και οικονομική στήριξη της Ουκρανίας, πρωτίστως.

Αυτή η «τεχνική» έχει ήδη εφαρμοστεί στους προϋπολογισμούς του 2022 και του 2023, αλλά και στον φετινό προϋπολογισμό, χωρίς κανείς να πάρει μυρουδιά και, κυρίως, χωρίς καμιά ουσιαστική αντίδραση από τους συν-νομοθέτες, που είναι οι εκλεγμένοι ευρωβουλευτές όλων των κρατών-μελών.

Οι μειώσεις στον φετινό προϋπολογισμό είναι άνευ προηγουμένου και ενσυνειδήτως, αλλά εν κρυπτώ, οι Ευρωπαίοι ηγέτες τινάζουν τις κοινοτικές πολιτικές στον αέρα, στερώντας τους μεγάλα ποσά που έχουν ανάγκη.

Τούτο σημαίνει ότι τα κράτη-μέλη και, κυρίως, τα αυτά με αδύναμους προϋπολογισμούς και μεγάλο χρέος, όπως η Ελλάδα, θα υποχρεωθούν να αντλούν από τα δικά τους εθνικά χρηματικά διαθέσιμα, δηλαδή από τους εθνικούς προϋπολογισμούς τους, τους απαραίτητους πόρους, προκειμένου να λειτουργήσουν στοιχειωδώς μέσα στη χώρα οι ευρωπαϊκές πολίτικες που περικόπτονται από τις Βρυξέλλες.

Δι’ αυτού του τρόπου ανοίγει με σταθερά βήματα η πόρτα της επανεθνικοποίησης των κοινοτικών πολιτικών. Ο ορατός αυτός κίνδυνος μπορεί να φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τις εθνικές κυβερνήσεις των κρατών-μελών -ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης- με αδύναμους εθνικούς προϋπολογισμούς και μεγάλο χρέος, που θα πρέπει «από την τσέπη» τους να αναπληρώσουν τα διαφυγόντα (κυρίως προς την Ουκρανία) κονδύλια για τη στοιχειώδη λειτουργία των υποδομών τους.

Παράλληλα, σε περίπτωση που ακολουθηθεί ο εφιαλτικός δρόμος των επανεθνικοποιήσεων, βάλλεται σοβαρά το νομικό πλαίσιο των ευρωπαϊκών Κανονισμών και αποφάσεων, που θα λειτουργούν σε ασταθές -αν όχι ολισθηρό- έδαφος, σε βάρος της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Και τούτο διότι το «περίφημο κοινοτικό κεκτημένο» βασίζεται στην έγκριση των λαών και όχι σε εν κρυπτώ δημιουργικές αλχημείες επί του κοινοτικού προϋπολογισμού.

Με τον φετινό προϋπολογισμό, βάλλονται βαριά δύο από τις πλέον χρήσιμες και αναγκαίες κοινοτικές πολιτικές, που αποτελούν και πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Πρόκειται για την περιφερειακή πολιτική και την πολιτική συνοχής, αλλά και για την πολιτική ανθρώπινου δυναμικού. Αυτές οι δύο πολιτικές και τα εκατομμύρια Ευρωπαίων πολιτών, μεταξύ των οποίων και οι Ελληνες πολίτες, θα «πληρώσουν το μάρμαρο» των επιλογών της ηγεσίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Αυτό αποτυπώνεται και αποδεικνύεται στους επίσημους πίνακες προϋπολογισμού της Ε.Ε. για τα έτη 2022, 2023 και 2024, του οποίους παρουσιάζει η «κυριακάτικη δημοκρατία».

Στον Πίνακα 1 παρουσιάζονται συγκεντρωτικά τα επίσημα στοιχεία ανάληψης υποχρεώσεων και πληρωμών για τα έτη 2022-2024 για 16 δράσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Και μόνον μια γρήγορη ματιά πείθει τον παρατηρητή ότι ο τομέας Περιφερειακή Ανάπτυξη και Συνοχή (τίτλος 05 στον πίνακα) το 2024 θα στερηθεί πόρους της τάξης των 30 δισεκατομμυρίων ευρώ. Για τον προϋπολογισμό του 2023 δε η στέρηση πόρων ήταν της τάξης των 10 δισ. ευρώ, ενώ το 2022 δεν υπήρξε μεταβολή.

Επιπροσθέτως, στον τομέα Επένδυση στο Ανθρώπινο Δυναμικό, που αφορά τις θέσεις εργασίας και γενικότερα τους Ευρωπαίους εργαζομένους (τίτλος 07 στον πίνακα), για το 2024, η μείωση των πόρων είναι της τάξης των 10 δισ. ευρώ, ενώ στον προϋπολογισμό του 2023 η μείωση πόρων ήταν 5 δισ. ευρώ και το 2022 ήταν 2 δισ. ευρώ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Τομέας Περιβάλλον και Δράση για το Κλίμα (τίτλος 09 στον πίνακα), ο οποίος την περίοδο 2022-2024 στερούνταν ετησίως πόρους της τάξης του 1,5 δισ. ευρώ.