«Βόμβα» για την απόφαση του Αρείου Πάγου υπέρ των funds – Ξεκινά έρευνα για «παραβίαση δικαστικού απορρήτου»


 Η απόφαση του Αρείου Πάγου υπέρ των funds προκάλεσε σοκ και τρόμο σε χιλιάδες δανειολήπτες που κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους σε πλειστηριασμό.  Στα τέλη Ιανουαρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο τάχθηκε υπέρ των funds και κατά των πολιτών, μια απόφαση που προκάλεσε πολλά ερωτηματικά, όχι μόνο για τον χρόνο ντεντέ στην οποία ανακοινώθηκε…

Με απόφασή της η αντεισαγγελέας  Εφετών Αικατερίνη Ρούμπου, παρεμβαίνει και επιστρέφει τη δικογραφία στην Εισαγγελία Εφετών, διαφωνώντας με την αρχειοθέτηση της, ενώ παράλληλα ζητά διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για το αδίκημα του άρθρου 251 ΠΚ «περί παραβίασης δικαστικού απορρήτου». Πρόκειται για μια εξέλιξη που αφήνει παράθυρο ελπίδας σε χιλιάδες δανειολήπτες που κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους, καθώς αναμένεται να φρενάρει τους πλειστηριασμούς.


Υπενθυμίζεται ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου τέθηκε σε συζήτηση στις 26 Ιανουαρίου, ενώ στις 9 Φεβρουαρίου έγινε η διάσκεψη της Ολομέλειας και στις 16 Φεβρουαρίου δημοσιεύθηκε και η σχετική απόφαση.


Η αντίδραση των δικηγόρων και η Τράπεζα της Ελλάδος

Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αιγίου Γιώργο Μπέσκο, μαζί με τον Πρόεδρο του ΔΣΑ Δημήτρη Βερβεσό, έκαναν καταγγελία στη Δικαιοσύνη σύμφωνα με τις οποία η τράπεζα Ελλάδος σε ανύποπτο χρόνο και σίγουρα πολύ πριν συζητηθεί στον Άρειο Πάγο «προανήγγειλε την θετική για τα funds απόφαση σχετικά με τη νομιμοποίησή τους ή όχι να διενεργούν πλειστηριασμούς».


Οι δικηγόροι στα τέλη Νοεμβρίου 2022 αντέδρασαν έντονα σε αναφορά της Τράπεζας της Ελλάδος στις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων, όπως αυτή αποτυπώνεται στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας, μηνός Νοεμβρίου 2022. Όπως κατήγγειλαν στη σελίδα 91 της Έκθεσης αυτής, η Τράπεζα της Ελλάδος, αφού διαπιστώνει ότι η ικανότητα των εν λόγω εταιρειών να διαχειριστούν τα δάνεια δυσχεραίνεται από την πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου 822/2022 και τις σχετικές εφετειακές αποφάσεις αναφορικά με τη νομιμοποίησή τους να προβούν σε δικαστικές ενέργειες και κυρίως να συμμετέχουν σε διαδικασίες πλειστηριασμών, προαναγγέλλει, επί της ουσίας, την άρση των περιορισμών αυτών, που έθεσαν οι δικαστικές αποφάσεις, τους επόμενους μήνες, είτε με σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, γεγονός που έχει αρνηθεί δημόσια ο Υπουργός Οικονομικών, είτε με ανατροπή της απόφασης του Αρείου Πάγου, από την Ολομέλεια όπου και εκκρεμεί η συγκεκριμένη ένδικη διαφορά. Σε ένα κράτος δικαίου, οι δικαστικές αποφάσεις κρίνονται από τα αρμόδια Δικαστήρια, μετά από συζήτηση των υποθέσεων και αφού ληφθούν υπόψη τα στοιχεία του φακέλου. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν έχει καμία εξουσία να παρεμβαίνει. Τις αποφάσεις τις εκδίδουν δικαστές και όχι Τραπεζίτες και Funds.


Σημειώνεται ότι το άρθρο 251 του ΠΚ για το οποίο ερευνάται η Τράπεζα της Ελλάδος, αναφέρει:


«Όποιος καλείται κατά νόμο να ασκήσει δικαστικά καθήκοντα ή ο διαιτητής, αν με οποιονδήποτε τρόπο γνωστοποιεί σε άλλον, αφήνει να περιέλθει στην κατοχή ή γνώση άλλου, ανακοινώνει ή διαδίδει δικαστικό απόρρητο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν με την πράξη σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον οποιοδήποτε όφελος ή να βλάψει άλλον, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή. Η παράβαση αυτή τιμωρείται και αν τελέστηκε μετά την αποχώρηση από την υπηρεσία.


» Με την ίδια ποινή τιμωρείται και εκείνος στον οποίο το δικαστικό απόρρητο ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του ή της συμμετοχής του στη διαδικασία ως δικηγόρου ή διαδίκου.


» Το δικαστικό απόρρητο κατά το άρθρο αυτό αφορά γεγονότα, έγγραφα ή πληροφορίες όταν αυτά σχετίζονται με: α) συνεδρίαση δικαστικού συμβουλίου, β) διάσκεψη ή μυστική ψηφοφορία, γ) πράξεις που διενεργούνται στη διάρκεια της ανάκρισης, δ) συνεδρίαση δικαστηρίου που έχει διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών, όταν από τη δημοσιοποίηση των στοιχείων της προκαλείται κίνδυνος προσβολής άλλου ή ε) στοιχεία που σχετίζονται με διαιτησία ή διαμεσολάβηση, όταν η δημοσιοποίησή τους δημιουργεί κίνδυνο προσβολής».