Γενικώς, μπορεί να πεθάνεις εκεί που δεν σε προλαβαίνουν...


 Ο θάνατος είναι δεδομένος για όλους. Αυτονόητο. Το πότε, το πού και, κυρίως, το πώς, είναι άγνωστα. Επίσης αυτονόητο. Δεν είναι αυτονόητο –ιδίως όταν ζεις στην Ελλάδα, τώρα και πάντα– ότι όταν χρειαστείς βοήθεια να αντιμετωπίσεις το κακό θα... την έχεις άμεσα.  


Στη χώρα τούτη ο θάνατος:

Μπορεί να έρθει σε ναυπηγείο, κάτω από μια προπέλα πλοίου που πέφτει από γερανό και συντρίβει τους δύσμοιρους –επειδή δεν υπάρχει έλεγχος για στοιχειώδη μέτρα αποφυγής. 

Είναι δυνατό να σε βρει πάνω σε ένα ράντζο νοσοκομειακού διαδρόμου.

Ίσως στην καρότσα αγροτικού που από ανάγκη έχει μετατραπεί σε ασθενοφόρο.

Πιθανόν σε μια αυτοσχέδια ΜΕΘ απλού δωματίου.

Ενδεχομένως στον δρόμο περιμένοντας ένα ασθενοφόρο-φάντασμα που δεν έρχεται ποτέ ή έρχεται άκαιρα.

Γενικώς, μπορεί να πεθάνεις εκεί που δεν σε προλαβαίνουν. Να «φύγεις» όταν εσύ τους έχεις ανάγκη και εκείνοι είναι με το ασθενοφόρο τους «κάπου αλλού» ή έχουν 100% πληρότητα στις κλίνες και 80% στα ράντζα. Αλλά δεν φταίνε αυτοί. Φταίει ο κόσμος που δεν συντονίζει τους θανάσιμους κινδύνους του. Δεν οργανώνεται. Έτσι αρρωσταίνουν πολλοί μαζί, τραυματίζονται μαζικά, μπλέκουν σε ατυχήματα/δυστυχήματα χωρίς ρυθμό, υποτροπιάζουν άναρχα. 

Πώς να τα προφτάσουν οι μηχανισμοί υγείας όλα; Πώς να βρεθούν τόσα νοσοκομειακά, τόσο προσωπικό, τόσες κλίνες, τόσες ΜΕΘ, όταν οι άνθρωποι τους μπλοκάρουν σωρηδόν; Φταίνε οι άνθρωποι που δεν πεθαίνουν με μια σειρά, που δεν φεύγουν με τάξη και γι' αυτό παραλύει το σύστημα. 

Φταίει ο κόσμος που, έτσι μαζεμένα καθώς έρχονται τα κακά, μπουκώνουν όλα: οι έλεγχοι σε χώρους δουλειάς, οι κλίνες, οι ΜΕΘ, τα ασθενοφόρα. Αποσυντονίζονται τα πάντα με τόση συντονισμένη δυστυχία στη μονίμως ασυντόνιστη χώρα που προσφέρει τη δύσκολη ζωή και τον εύκολο θάνατο. 

Και έτσι μπορεί να μη φαίνεται παράξενο που μια 63χρονη σβήνει πάνω στο ασθενοφόρο-αγροτικό ή ένα 19χρονο κορίτσι φεύγει από τη ζωή, μαζί με το σπλάχνο του, λίγο πριν γίνει μαμά και μερικές μέρες πριν το μωρό της έρθει σε έναν αφιλόξενο κόσμο και σε μια επικίνδυνη γωνιά των Βαλκανίων.

Διον. Βραϊμάκης