Το Πάσχα των φτωχών...


 Μετρούσα τις μέρες ώς το Πάσχα σαν μαθήτρια. Οπως τα χρόνια που η γιορτή σήμαινε δεκαπέντε ολόκληρες ημέρες χωρίς σχολείο: άρα παιχνίδι, βόλτες και μια εκδρομή στην εξοχή. Τότε που όλα ήταν θαυμαστά και μια λαμπάδα με κόκκινη κορδέλα, ένα αυγό σοκολατένιο και ένα ζευγάρι πέδιλα, δώρο του νονού, αρκούσαν για να περιγράψεις την ευτυχία.

Γιατί οι μέρες αυτές είχαν... μια υπέροχη τάξη και σειρά -πέρα από τη νηστεία, που ούτως ή άλλως στο σπίτι δεν τηρούσε κανείς με ευλάβεια, ούτε καν η γιαγιά, που επέμενε ότι για να κοινωνήσεις Μεγάλη Πέμπτη, θα έπρεπε «κανονικά» να εξομολογηθείς. Ημουν κι εγώ -πέρα από γενικά «φρόνιμη» μέχρι αηδίας- λίγο πνεύμα αντιλογίας και αναρωτιόμουν φωναχτά: «Και τι είναι η αμαρτία, γιαγιά; Τι πρέπει να πω στον παπά;»

Η απάντηση δεν είχε σημασία, ήταν κάτι σαν «ό,τι κακό έχεις κάνει». Και θύμωνα, γιατί δεν θυμόμουν να είχα κάνει κάτι κακό. Εκτός κι αν ήταν ότι πάντα έκανα μεγάλα όνειρα κι ας ήταν οι δρόμοι μου μικροί και, σαν πρωτότοκη, έπρεπε να αγωνιστώ για να τους μεγαλώσω -και να τους βρουν οι άλλοι έτοιμους.

Αλλά το Πάσχα ήταν Πάσχα. Και τα μεσημέρια στο μπαλκόνι -όταν ο καιρός ήταν καλός- μύριζαν άνοιξη και λουλούδια. Αλλά και όταν έβρεχε, όμορφα ήταν. Γιατί είναι αλλιώς τον Απρίλη και τον Μάη. Τις μέρες αυτές, που κάπως γονιδιακά σού είχαν περάσει μια γλυκιά μελαγχολία, ακόμη κι η βροχή ήταν ταιριαστή.

Κι ύστερα ήταν και οι μυρωδιές της κουζίνας. Γιατί μπορεί να σε τάιζαν κυρίως λαδερά και όσπρια και βραστές πατάτες, το Μεγάλο Σάββατο το μεσημέρι όμως, μετά την πρώτη Ανάσταση, και επειδή οι αμαρτίες σου είχαν ξεπλυθεί από τη θεία κοινωνία, είχε πάντα μια γκουρμεδιά: εκείνο το πιλάφι με τις σουπιές ή το χταπόδι με το κοφτό μακαρονάκι.

Χώρια που από τη Μεγάλη Τρίτη και μετά το σπίτι έμοιαζε με εργαστήρι ζαχαροπλαστικής: να τα κιλά το αλεύρι και η ζάχαρη, να τα βούτυρα και οι φυτίνες και τα αυγά, να και τα μυρωδικά: βανίλια, μαχλέπι, κάρδαμο, μαστίχα, ξύσμα λεμονιού και πορτοκαλιού και τόσα άλλα.

Στο ζύμωμα για τα τσουρέκια έβαζε χέρι κι ο μπαμπάς. Εδώ πάλευε τα σίδερα, τη ζύμη θα φοβόταν; Στα κουλουράκια βοηθούσαμε κι εμείς -και πότε πότε στα κλεφτά δοκιμάζαμε τη μυρωδάτη ζύμη. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτή ήταν τότε η βαρύτερη αμαρτία μας: το αυγό και το βούτυρο στη ζύμη που τρώγαμε κρυφά και η επιθυμία μας να μασουλήσουμε κανένα κουλουράκι (αυτά ήταν πολλά -κανείς δεν θα το καταλάβαινε).

Ηταν τόσο ωραία αυτή η ανοιξιάτικη γιορτή: όλα τα είχε. Προσμονή για το θαύμα, αρώματα και χρώματα -αλήθεια, πια τα κόκκινα αυγά σαν να ξεθώριασαν- και ξενοιασιά. Και οι θρησκευτικές τελετές -ακόμη και αν τις έβλεπες στην τηλεόραση- δεν σε ενοχλούσαν κι ας μην τα καταλάβαινες όλα.

Οταν μεγάλωσα, εξακολουθούσα να λαχταρώ το Πάσχα. Ισως γιατί διατήρησα αυτή την παράξενη μυσταγωγία της Ανοιξης. Και εκείνες τις τρεις ημέρες στην εξοχή -στην αυλή της γιαγιάς αρχικά, στο εξοχικό μετά. Ηθελα να ζήσω αυτήν τη μετάβαση από τον χειμώνα στην άνοιξη και μετά στο καλοκαίρι μέσα από τη «ρουτίνα» της γιορτής, που μέσα σε λίγες μόλις ημέρες περνούσε από την απόλυτη θλίψη στον απόλυτο θρίαμβο.

Κι ας ήξερα πως πίσω από όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά συμβολισμός, έτσι για να δίνεται κάποιο νόημα στη ζωή. Κυρίως όλων αυτών, σαν κι εμένα και τους πολλούς, που αγωνίζονται για το «κάθε μέρα» και κάνουν μεγάλα όνειρα σε στενούς δρόμους.

Τεράστια η δύναμη της ελπίδας. Είναι σαν τα λόγια του πέρα και πάντα σπουδαίου Τάσου Λειβαδίτη, από την «Ανάσταση των φτωχών»: Κι όταν μ’ έθαψαν κι έριξαν όλο το χώμα της γης επάνω μου, /ήτανε τόση η θλίψη ενός αδέξιου θαυματοποιού στη γωνιά του δρόμου /που βγήκα μέσ’ απ’ το καπέλο του.

archkatsoura@yahoo.gr