Το σκάνδαλο Κοσκωτά και η οικογένεια Μητσοτάκη...


 Δημήτρης Ψαρράς

Μια από τις πιο γνωστές συνήθειες των αγορητών στη Βουλή είναι να αναφέρονται σε γνωστές υποθέσεις από το παρελθόν και να τις παραλληλίζουν με τα σημερινά. Το είδαμε τις προάλλες, στη συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη που κατέθεσε ο Αλέξης Τσίπρας και υπερψηφίστηκε από όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης (25-27.1.2023).

Στην ομιλία του ο κ. Τσίπρας αναφέρθηκε, χωρίς να... το κατονομάζει, στο σκάνδαλο Κοσκωτά που συντάραξε τη χώρα για χρόνια (1988-1992): «Κάποτε υπήρξε ένα ερώτημα που είχε κρεμαστεί στα περίπτερα, αδίκως όπως αποδείχτηκε αργότερα, για έναν άλλο πρωθυπουργό. Και τι έλεγε αυτό το ερώτημα; “Eνοχος ή βλαξ;”. Εσείς αυτοβούλως επιλέξατε τη δεύτερη εκδοχή. Αυτοβούλως!».

Ξεσηκώθηκαν αμέσως οι βουλευτές της Ν.Δ. να υπερασπιστούν τον αρχηγό τους, ενώ και ο πρόεδρος της Βουλής βρήκε ευκαιρία να επικρίνει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αλλά ο κ. Τσίπρας εξήγησε: «Δεν έχω καμία διάθεση να υπονοήσω ότι ο πρωθυπουργός της χώρας, ο πολιτικός μου αντίπαλος, είναι μειωμένου καταλογισμού, ότι δεν έχει την αντιληπτική ικανότητα. Αντιθέτως, δεν τον υποτιμώ καθόλου. Είναι ικανότατος, είναι εξυπνότατος, δεν είναι καθόλου βλαξ. Είναι όμως ένοχος για τη μεγαλύτερη εκτροπή που έχει γίνει ποτέ από τη Μεταπολίτευση και μετά. Αυτό είναι!».

Στο ίδιο ερώτημα («ένοχος ή βλαξ») αναφέρθηκε στη δική του ομιλία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προκαλώντας τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Ν.Δ.: «Αν δεν με απατά η μνήμη μου, αυτή τη φράση είχε χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά ο μακαρίτης εκδότης της “Ελευθεροτυπίας” Κίτσος Τεγόπουλος, αναφερόμενος τότε στον Ανδρέα Παπανδρέου, κάνοντας μια αναφορά στο σκάνδαλο Κοσκωτά, το οποίο αφορούσε τον Παπανδρέου, τον Κουτσόγιωργα και τον κ. Μαντζουράνη, ο οποίος σήμερα είναι δικηγόρος του κ. Παππά. Από τα Pampers πήγαμε στις σακούλες. Προσέξτε, λοιπόν, όταν κάνετε τέτοιες ιστορικές αναφορές, χωρίς να γνωρίζετε την προέλευσή τους».

Η ανταλλαγή αυτών των επιχειρημάτων καταγράφηκε στα μέσα ενημέρωσης, με τα περισσότερα να επισημαίνουν ότι η φράση «ένοχος ή βλαξ» του Κίτσου Τεγόπουλου αναφερόταν στον Δημήτρη Τσοβόλα και όχι στον Ανδρέα Παπανδρέου. Είναι γεγονός ότι η φράση αυτή χρησιμοποιήθηκε από την «Ελευθεροτυπία» κυρίως σε βάρος του Δ. Τσοβόλα (ενδεικτικά: στις 24.1.1989, 2.2.1989, 31.5.1989). Αλλά είναι επίσης γεγονός ότι η δικαστική απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου που κήρυξε αθώο τον Αν. Παπανδρέου και ενόχους τους Δ. Τσοβόλα και Γ. Πέτσο αναφέρει εσφαλμένα ότι ο διαζευκτικός χαρακτηρισμός «ένοχος ή βλαξ;» αφορούσε τον Παπανδρέου. Γι’ αυτό υποχρεώθηκε η «Ελευθεροτυπία» να συνοδεύσει τη δημοσίευση της απόφασης με ένα σχόλιο, στο οποίο αναφερόταν ότι «τη φράση “συνένοχος ή βλαξ” δεν την έγραψε ποτέ η “Ε” για τον Ανδρέα Παπανδρέου» («Παραδρομή στο σκεπτικό του Ειδικού», 17.1.1992).

Το χειρότερο για τον σημερινό πρωθυπουργό είναι ότι η «Ελευθεροτυπία» δεν είχε εξαιρέσει τον τότε αρχηγό της Ν.Δ. από τους υπεύθυνους για το σκάνδαλο. Σε κύριο άρθρο της με τίτλο «Προς Μητσοτάκη», η εφημερίδα ανέφερε: «Σας ρωτάμε ευθέως, κ. Μητσοτάκη. Δεν μιλάτε, γιατί είστε συνένοχος ή στο στενό περιβάλλον σας υπάρχουν συνένοχοι του κ. Κοσκωτά και δεν σας αφήνουν να καταγγείλετε το σκάνδαλο, για να μη βγουν τα άπλυτά τους στη φόρα;» (27.9.1988).

Τώρα ο κ. Μητσοτάκης κάνει ότι ξεχνά πως ο Ανδρέας Παπανδρέου κρίθηκε αθώος. Ας μην επικαλεστεί πάντως ότι όλα αυτά αφορούν μόνο τον πατέρα του. Γράφει ο Κώστας Μαρδάς: «Μια καταιγίδα ιδιόχειρων σημειωμάτων του απατεώνα Γεωργίου Κοσκωτά κατέκλυσε τον αντι-παπανδρεϊκό Τύπο, ενώ παράλληλα οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί μετέδιδαν πολύωρους μαγνητοφωνημένους μονολόγους του με κατηγορίες για χρηματισμό του Ανδρέα Παπανδρέου. Τα υλικά αυτά έφθαναν στα δημοσιογραφικά γραφεία μέσω του δικηγόρου του Αλέξανδρου Λυκουρέζου, στον οποίο τα έστελνε ένας άνθρωπος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο κρητικής καταγωγής, βοηθός σερίφη στη Βοστόνη, Νώντας Λαγκωνάκης, κηδεμόνας του γιου του αρχηγού της Ν.Δ. Κυριάκου, ο οποίος σπούδαζε στο Χάρβαρντ» («Πίσω από τον ήλιο», Αθήνα 1995, σ. 500-501).

Ο σύνδεσμος δηλαδή του Κοσκωτά που είχε διαφύγει στις ΗΠΑ και κρατούνταν στις φυλακές Σάλεμ της Βοστόνης με την Ελλάδα ήταν ο διακεκριμένος Ελληνοαμερικανός εστιάτορας Επαμεινώνδας (Νώντας) Λαγκωνάκης (1936-2021), προσωπικός φίλος του πατέρα Μητσοτάκη και οικοδεσπότης του γιου Μητσοτάκη. Ο ίδιος δήλωνε πως «το 1989-1990 είχε ακουστεί ότι βοηθούσα τον Κοσκωτά που ήταν εδώ στη φυλακή κι είχε δώσει εντολή ο Παπανδρέου που έλεγε “τον Λαγκωνάκη να τον ξεβγάλετε όσο κι αν στοιχίσει”» (εφ. «Εθνικός Κήρυξ», 12.10.2013).

Το χειρότερο για τον κ. πρωθυπουργό είναι ότι και να ήθελε να τα ξεχάσει όλα αυτά, τον εκθέτουν οι στενοί του συνεργάτες. Ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης, που σήκωσε το γάντι στην πρόταση δυσπιστίας, είχε την έμπνευση να απαντήσει στον Αλέξη Τσίπρα λέγοντας ότι «μεταφέρει στην πολιτική ένα νομικό ρητό: “Ενοχος ένοχον ου ποιεί”», εξηγώντας ότι δεν μπορεί να μιλά «εκείνος ο οποίος έχει ανοιχτά δύο Ειδικά Δικαστήρια για χειραγώγηση θεσμών, εκείνος ο οποίος έχει σήμερα αποκαλυφθεί ότι χρησιμοποιούσε φερέφωνα στα οποία έβαζε κουκούλες».

Ατύχησε ο καημένος ο κ. Γεραπετρίτης. Γιατί ο προηγούμενος «υπαρχηγός» πρωθυπουργού που είχε την ίδια έμπνευση, να αμυνθεί δηλαδή με το επιχείρημα «ένοχος ένοχον ου ποιεί», δεν ήταν άλλος από τον Μένιο Κουτσόγιωργα, βασικό κατηγορούμενο για το σκάνδαλο Κοσκωτά (Πρακτικά Βουλής, 17.7.1989)...

efsyn.gr