Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Οι φιλελεύθεροι στις κούνιες με το φάντασμα του Στάλιν

Πριν λίγους μήνες, ένα σχόλιο στο twitter από τον Θάνο Τζήμερο, τηλεοπτικά κατασκευασμένη πολιτική φιγούρα του φιλελεύθερου χώρου, υποστήριζε πως οι ελεύθερες απολύσεις είναι ένα μέτρο που φέρνει ευελιξία στην αγορά, άρα κίνητρα επενδύσεων, άρα ανάπτυξη, άρα εν τέλει μείωση των απολύσεων. Απορούσε, μάλιστα, γιατί δεν τα καταλαβαίνει ο κόσμος όλα αυτά τα απλά πράγματα και γιατί δεν προκύπτει μια γενική συνεννόηση...


Ο ελληνικός φιλελευθερισμός, ως γνωστόν, δεν αποτέλεσε ποτέ ιστορικά έναν διακριτό χώρο. Τρεφόταν πάντα μέσα στη μεγάλη αγκαλιά της παραδοσιακής Δεξιάς. Οι βασικές προσπάθειες για την αυτόνομη συγκρότηση αυτού του χώρου συνέπεσαν, όχι τυχαία, με την περίοδο της Κρίσης και με τα κενά πολιτικής εκπροσώπησης που αυτή δημιούργησε. Πολιτικές ομάδες και πρωτοβουλίες -που πολύ αυτάρεσκα αυτοπαρουσιάζονται ως “κόμματα”- έκαναν την εμφάνισή τους, υιοθετώντας όμως, ακριβώς λόγω της σφοδρότητας της κοινωνικής σύγκρουσης της περιόδου, έναν “φιλελευθερισμό” εντελώς μισανθρωπικό και αυταρχικό, αυτό που συχνά χαρακτηρίζεται ως “ακραίο Κέντρο”.

Έναν “φιλελευθερισμό” που δεν κόπτεται καθόλου για τα ανθρώπινα και τα κοινωνικά δικαιώματα αν δεν συνδέονται με την αγορά, που ζητάει λιγότερο κράτος αλλά μεγαλύτερη κρατική κατασταλτική δράση για να αντιμετωπιστούν οι απεργίες και οι διαδηλώσεις, που ακόμη και παραδοσιακά στοιχεία της φιλελεύθερης ατζέντας, όπως τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, τα έχει ρίξει σε δεύτερη μοίρα. Ασφαλώς, ουδείς λόγος να γίνεται για τα δικαιώματα των μεταναστών, αφού πολύ συχνά ο λόγος των ομάδων αυτών θυμίζει την εκδικητική στάση της Χρυσής Αυγής,
προωθώντας την απομάκρυνση και περιθωριοποίηση των μεταναστών.[1]
Αυτός, λοιπόν, ο αυταρχικός φιλλευθερισμός συνοδεύεται από μια μεγάλη πολιτική αφέλεια. Ή από την προσποίησή της.  Μιλάει ως εάν τα πάντα να ήταν απλώς ζήτημα διαλόγου, επιχειρημάτων και πειθούς, δηλαδή μιας ουδέτερης πολιτισμικής ωριμότητας των κοινωνικών υποκειμένων. Κυρίως, καλών προθέσεων και επαρκών ικανοτήτων. Της δημιουργίας μιας “Εθνικής Ελλάδος”, των πιο ικανών ανθρώπων, της “συνωμοσίας του καλού”.

Ούτε κοινωνικές διαφορές και ανισότητες, ούτε συγκρουόμενα συμφέροντα, ούτε εκμεταλλευτικές σχέσεις, τίποτα δεν “βλέπει”. Όλα μπορούν να διευθετηθούν στο πλαίσιο μιας λογικής συζήτησης. Για αυτό και απογοητεύονται από αυτό που ερμηνεύουν ως ανωριμότητα των ανθρώπων, όταν αυτοί δεν τους ακολουθούν στις “προφανείς” τους αλήθειες. Θυμίζουν έτσι τον Άγγλο πολίτη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας που διαβάζοντας στην εφημερίδα του για τα προβλήματα των αποικιακών χωρών κάγχαζε αυτάρεσκα με αυτό που νόμιζε ως “καθυστέρηση” των λαών αυτών και αδυναμία να λύσουν τα προβλήματά τους, χωρίς να σκέφτεται πως αυτά τα προβλήματα και την ίδια την καθυστέρηση δεν τα προκάλεσε κάποια πολιτισμική αναπηρία, αλλά η ίδια η αποικιακή κατάκτηση και εκμετάλλευση.

Ο φιλελευθερισμός αυτός, λοιπόν, είναι ελιτίστικης μορφής. Γιατί θεωρεί πάντα πως οι ανθρωποι, απλώς, “δεν καταλαβαίνουν”. Και προκαλεί εδώ μεγάλη εντύπωση αυτή η εγγύτητα των φιλελεύθερων με τον σταλινισμό, αφού πάντα η επωδός των θιασωτών του -και ασφαλώς του ίδιου του “Πατερούλη”- για όποιους διαφωνούσαν με τις κομματικές θέσεις ήταν πως απλώς “δεν κατάλαβαν τη γραμμή”. Κι αυτό, λίγο πριν περάσουν στο επόμενο στάδιο, την εξόριση των διαφωνούντων, που πλέον γίνονταν αντικειμενικά εχθροί. Είτε επειδή δεν καταλάβαιναν είτε επειδή ήταν πράκτορες. Πόση διαφορά έχει, αλήθεια; Το δεδομένο είναι πως από ανικανότητα ή από μοχθηρία δεν συμμερίζονταν την μοναδική λογική γραμμή. Άρα, αξίζουν την εξόρισή τους. Αυτό νιώθει κανείς και στην αντιμετώπιση του κόσμου, της μάζας, από τους ελιτιστές φιλελεύθερούς μας: την ανάγκη να πεταχτούν μακρυά αυτοί οι ανάξιοι μας, που καλώς, τελικά, παθαίνουν όσα παθαίνουν, αφού δεν φέρονται “λογικά”.

Για τους φιλελεύθερους της κρίσης, λοιπόν, η κοινωνία δεν είναι ένα πεδίο συγκρούσεων. Τουλάχιστον όχι σοβαρών. Αρκεί ο καθένας να έχει μια κουλτούρα διαλόγου, να μην είναι εγωιστής, να μην έχει υπερβολικές απαιτήσεις και να κάνει και λίγο πίσω. Πόσο τυχαίο να είναι, άλλωστε, το ότι πολλοί από αυτούς έσπευσαν να αποδώσουν την κρίση απλώς και μόνο στα αδηφάγα golden boys και τις χωρίς φρένο επιδιώξεις τους; Έτσι, η κοινωνία μας μοιάζει για αυτούς σαν μια παιδική χαρά, όπου απλώς τα παιδάκια πρέπει να συνεννοηθούν και να σεβαστούν το ένα την επιθυμία του άλλου να κάνει λίγη κούνια. Λίγη ψυχραιμία, μια δόση ωριμώτητας και ας μπούμε στη σειρά για να κάνουμε κούνια όλοι. Άλλωστε, η συνεργασία μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα.
Μόνο που αυτή η ειδυλιακή εικόνα δεν ισχύει ούτε καν στις παιδικές χαρές.

Τουλάχιστον, όχι σε  αυτές που δεν βρίσκονται σε καλές περιοχές και που δεν έχουν αρκετές κούνιες για όλα τα παιδάκια και πολλά παγκάκια για να τα περιμένουν άνετα οι γονείς τους. Γιατί σε αυτές τις παιδικές χαρές, οι κούνιες είναι πολύ λιγότερες, οι μισές από αυτές είναι παλιές και ξεχαρβαλωμένες και τα παγκάκια πολύ στενεμένα για να μην κάθονται οι άστεγοι. Όσο λοιπόν κι αν συνεννοηθούν τα παιδάκια, ποτέ κανένα δεν θα χορτάσει να κάνει κούνια, γιατί πάντα θα υπάρχουν πολλά που θα περιμένουν τη σειρά τους για πολύ ώρα, ενώ οι γονείς τους εκνευρισμένοι θα τα πιέζουν για να φύγουν, αφού δεν θα βολεύονται στα παγκάκια. Για αυτό και όχι επειδή δεν θα είναι ώριμα και διαλλακτικά.

Τι μένει λοιπόν; Μένει να δεχτούν όλοι, και κυρίως οι φιλελεύθεροί μας, πως στις καλές παιδικές χαρές τα παιδάκια μπορούν και συνενοννούνται όχι επειδή είναι από κάποια άλλη, καλύτερη, πάστα, αλλά επειδή έχουν πιο πολλές και καλές κούνιες. Και να φροντίσουν, άρα, να αποκτήσουν και τα άλλα παιδάκια, στις άλλες περιοχές, καλύτερες παιδικές χαρές. Και τότε θα δουν πως αυτά ξαφνικά θα συνεννοούνται καλύτερα, χωρίς να έχουν αλλάξει την νοοτροπία τους. Αλλιώς, να ξέρουν πως όταν δεν θέλουν να στερήσουν καμιά κούνια από τους πάνω για τη δώσουν στους κάτω, τότε τα κάτω παιδάκια, αυτά τα ανώριμα και ασυνεννόητα, κάποια στιγμή ανεβαίνουν προς τα πάνω για να κάνουν μια άλλη συνεννόηση. Αλλά τότε, δεν μιλάνε την ίδια γλώσσα με τα πάνω. Και όχι επειδή δεν έχουν μάθει να συζητάν. Αλλά επειδή δεν έχουν, πια, τίποτα να συζητήσουν.

[1]    Ο Θ. Τζήμερος πρότεινε να πληρώνονται οι μετανάστες επισήμως με μισθούς Βουλγαρίας, ενώ ο Στ. Θεοδωράκης τη μία μέρα έλεγε για το δικαίωμα ψήφου των μεταναστών και την επόμενη πως πρέπει να φεύγουν από την χώρα αμέσως μόλις χάνουν τη δουλειά τους. Πρακτικά, δηλαδή, με το που χάνει τη δουλειά του να χάνει και το δικαίωμα ψήφου! 

*Ο Σταύρος Παναγιωτίδης Υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας, Πρόεδρος Συλλόγου Μεταπτυχιακών Φοιτητών και Υποψηφίων Διδακτόρων Παντείου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το kafeneio-gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα να μην είναι υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους, να γράφονται στην ελληνική ή την αγγλική γλώσσα (όχι greeklish), να είναι κατανοητά και τέλος να είναι κατά το δυνατόν σύντομα. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.